ἄθυρμα

ἄθυρμα
ᾰθυρμα
1 plaything, delight

τόνδε κῶμον ἀνέρων, Ἀπολλώνιον ἄθυρμα P. 5.23


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἅθυρμα — ἄθυρμα , ἄθυρμα plaything neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄθυρμα — plaything neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άθυρμα — το (Α ἄθυρμα) νεοελλ. 1. παιδικό παιχνίδι 2. αυτός που άγεται και φέρεται σαν παιχνίδι, άβουλο όργανο, ανδρείκελο, έρμαιο αρχ. 1. τέρψη, χαρά 2. στον πληθ. τὰ ἀθύρματα κοσμήματα, στολίδια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀθύρω «παίζω, διασκεδάζω»] …   Dictionary of Greek

  • άθυρμα — το, ατος παιχνίδι (κυρίως σε μτφ. έννοια): Είχε πια γίνει άθυρμα της μοίρας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἄθυρμ' — ἄθυρμα , ἄθυρμα plaything neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθυρμάτων — ἄθυρμα plaything neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθύρμασι — ἄθυρμα plaything neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθύρμασιν — ἄθυρμα plaything neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθύρματα — ἄθυρμα plaything neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθύρματι — ἄθυρμα plaything neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθύρματος — ἄθυρμα plaything neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”